Δύο κατασκηνωτές ανακάλυψαν ένα κρυμμένο (γερμανικό;) οχυρό και αυτό που είδαν μέσα θα σας προκαλέσει ανατριχίλα

Με τα αυτιά τους να βουίζουν έντονα και τους κύριους φακούς τους να έχουν πέσει από τα χέρια τους, ο Λούκας και ο Γιάνικ έσπευσαν προς την είσοδο της καταπακτής, αναπνέοντας με δυσκολία τον φρέσκο, δροσερό αέρα του δάσους. Η έκρηξη είχε προκαλέσει την εκτόξευση μιας τεράστιας στήλης γκρίζου, ατμώδους καπνού από το έδαφος, που καλύπτονταν από μια έντονη χημική δυσοσμία που μύριζε σαν καμένα ηλεκτρονικά και οξύ.

Όμως, καθώς σύρθηκαν έξω στο βρύο, ένας νέος ήχος διαπέρασε τον ορμητικό άνεμο. Από την καπνισμένη τσιμεντένια καταπακτή ακούστηκε ένας ήχος που φαινόταν απόλυτα, τρομακτικά ανθρώπινος. Ήταν μια υψηλότονη, αγωνιώδης κραυγή — που ακουγόταν ακριβώς σαν να προερχόταν από έναν άνθρωπο παγιδευμένο στο απόλυτο σκοτάδι από κάτω.

Ο Λούκας άρπαξε την άκρη της τσιμεντένιας πλάκας, με τα μάτια του να έχουν ανοίξει διάπλατα από τρόμο. «Γιάνικ… το άκουσες αυτό; Υπάρχει κάποιος εκεί κάτω. Κάποιος ήταν μέσα σε εκείνο το δωμάτιο!» Ο ήχος κυμαινόταν άγρια, μεταμορφώνοντάς σε μια παράξενη, μηχανική, μεταλλική κραυγή που κανένας ανθρώπινος λαιμός δεν θα μπορούσε ποτέ να παράγει.