Ήταν καλοντυμένοι, χωρίς βιασύνη, κουβαλούσαν την ήρεμη εξουσία ανθρώπων που δεν χρειαζόταν να ανακοινώνονται σε δωμάτια σαν κι αυτό, γιατί δωμάτια σαν κι αυτό ήξεραν ήδη ποιοι ήταν. Ο ένας από αυτούς -ασημόμαλλης, με το είδος του προσώπου που έπαιρνε μελετημένες αποφάσεις εδώ και πολύ καιρό- επιβράδυνε όταν αντίκρισε το λόμπι.
Το βλέμμα του κινήθηκε σε όλο αυτό και προσγειώθηκε στον φρουρό ασφαλείας, στον ηλικιωμένο άντρα με το ανοιχτό μπλε κουμπωμένο πουκάμισο και στον διευθυντή του υποκαταστήματος που στεκόταν λίγα μέτρα μακριά με το σακάκι του ισιωμένο και την έκφρασή του τακτοποιημένη. Σταμάτησε να περπατάει. “Τζέραλντ” Ευχάριστα. Βαρύς. Ο Φιτς γύρισε. Κάτι συνέβη στο πρόσωπό του. “Κύριε Χάργκροουβ. Δεν σας περίμενα τόσο νωρίς…”