Την άφησε σε ένα βενζινάδικο για πλάκα – και μετά εξαφανίστηκε χωρίς ίχνη..

Άρχισε να ακούει πράγματα – πόρτες που έκλειναν απαλά, βήματα στις σκάλες. Μερικές φορές ξυπνούσε νομίζοντας ότι ήταν δίπλα του, με το μαξιλάρι βαθουλωμένο σαν να είχε μόλις σηκωθεί. Ψιθύριζε το όνομά της στο σκοτάδι και περίμενε μια απάντηση που δεν ερχόταν ποτέ. Η σιωπή είχε μάθει να τον κοροϊδεύει.

Εβδομάδες αργότερα, προσέλαβε δύο ιδιωτικούς ντετέκτιβ για να ερευνήσουν την υπόθεση. Ο ένας παραιτήθηκε μετά από ένα μήνα- ο άλλος έστειλε φωτογραφίες κάθε γυναίκας με τη δική της σωματική διάπλαση που εντοπίστηκε σε κοντινές πόλεις. Καμία δεν ήταν αυτή. Τύπωσε έτσι κι αλλιώς αφίσες αγνοουμένων, αν και μισούσε να βλέπει το δικό του πρόσωπο δίπλα στο δικό της στις ειδήσεις.