Τα χρόνια μαλάκωσαν το σκάνδαλο, αλλά όχι τη μνήμη. Ήταν απλώς ένα ακόμα ξεχασμένο πρόσωπο τώρα – ο άντρας που άφησε τη γυναίκα του σε ένα βενζινάδικο. Όταν τελικά γέλασε ξανά, για κάτι ασήμαντο, ο ήχος τον ξάφνιασε. Ένιωθε σαν να ανήκε σε κάποιον άλλον.
Δοκίμασε να βγει ραντεβού μια φορά. Ήταν μια γυναίκα που δούλευε στο καταφύγιο. Κράτησε δύο εβδομάδες. Είπε ότι φαινόταν ευγενικός αλλά απρόσιτος, σαν η μισή του ψυχή να ζούσε αλλού. Δεν είχε άδικο. Υπήρχαν μέρη μέσα του που κανείς δεν μπορούσε να επισκεφτεί πια.