Ο γιος μου συνόδευσε ένα χαμένο κοριτσάκι στο σπίτι. Η γυναίκα που άνοιξε την πόρτα ήταν η μακαρίτισσα σύζυγός μου.

Ο Ιλάι ανοιγόκλεισε τα μάτια. “Έχεις κουνέλι;” Εκείνη έγνεψε. “Μερικές φορές δαγκώνει” Για πρώτη φορά από τότε που τον βρήκε ο Τζακ, ο Ιλάι χαμογέλασε. Ένα αληθινό. Η Ρόζαλιντ τους κοίταξε και μετά πάλι τον Τζακ. “Το όνομά μου είναι Ρόζαλιντ”, είπε. “Νομίζω ότι πρέπει να ξεκινήσουμε από εκεί” Ο Τζακ της είπε για τη Σάρα. Την πεζοπορία. Την αναζήτηση. Τα χρόνια της άγνοιας. Ο Ιλάι που την είδε έξω και είπε το όνομά της.

Μέχρι να τελειώσει, η Ρόζαλιντ έδειχνε κοντά στα δάκρυα. Τότε του είπε την ιστορία της. Είχε βρεθεί κοντά στα βουνά πριν από οκτώ χρόνια. Πληγωμένη. Μόνη. Χωρίς ταυτότητα. Χωρίς τηλέφωνο. Οι γιατροί το είχαν αποκαλέσει απώλεια μνήμης λόγω τραύματος. Θυμόταν αποσπάσματα μερικές φορές, αλλά ποτέ αρκετά για να βγάλει νόημα. “Και η Γουίλοου;” Ρώτησε ο Τζακ.