Η Μπεθ έκλαιγε ήσυχα. Μια ξαδέρφη που η Σάρα μόλις που γνώριζε έφτασε απέναντι και έβαλε ένα χέρι πάνω στο δικό της. Ο Πολ δεν είχε κουνηθεί από την καρέκλα του. Έφτασε στην άλλη άκρη του τραπεζιού, πήρε το χέρι της Σάρα, το κράτησε και δεν είπε τίποτα. Ο Τομ κάθισε δίπλα της και ούτε αυτός γέμισε τη σιωπή. Η Σάρα ένιωσε κάτι να χαλαρώνει στο στήθος της.
Οι συγγνώμες ήρθαν με διαφορετικές μορφές. Η Μπεθ είπε τη δική της ευθέως, εκείνο το βράδυ, ακόμα στο τραπέζι: “Είπα τρομερά πράγματα για σένα σε ανθρώπους και λυπάμαι” Η Σάρα είπε ότι καταλάβαινε. Άλλοι έστειλαν μηνύματα τις μέρες που ακολούθησαν, προσεκτικά και ελαφρώς επίσημα. Ντρέπονταν και δεν ήξεραν ακριβώς πώς να το μεταφέρουν. Η Σάρα απάντησε σε όλους.