Το φως του ήλιου φιλτράριζε μέσα από τις πέργκολες. Ο αέρας μύριζε αχνά χώμα και πράσινα φύλλα και κάτι παλιό, κάτι οικείο. Περπάτησε στις σειρές, αγγίζοντας κάθε αμπέλι με προσοχή. Και όταν έφτασε στον πάσσαλο όπου φύτρωνε η τριανταφυλλιά της Μαριάν, σταμάτησε και γονάτισε στο χώμα που τώρα δεν έδειχνε άλλα ίχνη από τα δικά του.