Μίλησε στον Ντάνιελ. Το έκανε πάντα αυτό κατ’ ιδίαν και είχε σταματήσει εδώ και καιρό να αισθάνεται αμήχανα γι’ αυτό. Του μίλησε για τον Όουεν. Του είπε για τον Φήλιξ και τα σκουλήκια. Άγγιξε το ποτήρι πάνω από το πρόσωπό του και κάθισε ήσυχα για μια στιγμή. Τότε ο Ρίτσαρντ εμφανίστηκε στην πόρτα, με το παλτό στο χέρι, και της άπλωσε το άλλο του χέρι.
Εκείνη σηκώθηκε. Έβαλε τη φωτογραφία του Ντάνιελ κάτω από το μπράτσο της, πήρε το χέρι του Ρίτσαρντ και βγήκε μαζί του μέσα από τον παλιό κήπο με τις τριανταφυλλιές και κατέβηκε το μακρύ χαλικόδρομο προς το αυτοκίνητο. Καταλάβαινε πια αρκετά καλά ότι η θλίψη δεν σε άφηνε. Περπάτησε προς το αυτοκίνητο, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, σαν γυναίκα που είχε την άδεια να αναπνεύσει.