Ήξερα ότι ο σύζυγός μου με απατούσε και γνώρισα την ερωμένη του. Αντί να θυμώσω, έκανα αυτό..

Ζήτησε να αλλάξουμε σε ένα γωνιακό τραπέζι. Φυσικά, το έκανε. Γυναίκες σαν την Yvonne ήθελαν πάντα την πλάτη τους στον τοίχο. Την παρακολουθούσα από τον προθάλαμο, με το παλτό μου ακόμα κουμπωμένο και τα χέρια μου εντελώς ακίνητα. Εξήντα έξι μέρες αναμονής μου το είχαν μάθει αυτό. Η ακινησία ήταν το μόνο όπλο που μου είχε απομείνει.

Είχα εξασκηθεί σε αυτό το περπάτημα σε εκατό λόμπι ξενοδοχείων στο μυαλό μου. Το πηγούνι ίσιο. Σφυγμός σταθερός. Το είδος της ηρεμίας που μοιάζει με αυτοπεποίθηση, αλλά στην πραγματικότητα είναι απλά οργή συμπιεσμένη σε κάτι χρήσιμο. Με είδε και το πρόσωπό της έκανε αυτό που κάνουν τα πρόσωπα όταν ο φόβος προσπαθεί να φανεί σαν τίποτα.

Κάθισα κάτω. Εμφανίστηκε ο σερβιτόρος. Παρήγγειλα και για τους δυο μας -μαύρο καφέ, χωρίς ζάχαρη- γιατί ήξερα ήδη πώς το έπαιρνε. Ήξερα πολλά πράγματα για την Υβόν, που εκείνη δεν ήξερε ότι ήξερα. Αυτό ήταν το μόνο πλεονέκτημα που είχα. Σκόπευα να το κρατήσω..