Μέχρι τις 2:00 π.μ., η θερμοκρασία είχε πέσει κατακόρυφα πολύ κάτω από το μηδέν, και έξω μαινόταν μια σφοδρή χιονοθύελλα. Ο Κάλβιν ήταν ξύπνιος, ξαπλωμένος κάτω από τρία στρώματα βαριών μάλλινων κουβερτών, ακούγοντας το παλιό αγροτόσπιτο να γκρίνιαζε κάτω από την πίεση του παγωμένου ανέμου.
Τότε ακούστηκε ένας ήχος που δεν είχε καμία σχέση με τις καιρικές συνθήκες. Ήταν ένα απότομο «ΚΡΑΚ»— ο αδιαμφισβήτητος ήχος της υγρής, δομικής ξυλείας που έσπαγε στο ισόγειο του αχυρώνα. Αντήχησε σε όλη την σκοτεινή αυλή, ακολουθούμενος αμέσως από μια χαμηλή, λαρυγγική δόνηση που αντηχούσε μέσα από τις σανίδες του δαπέδου του Κάλβιν.
Ο Κάλβιν κάθισε όρθιος στο σκοτάδι. Το ξύλο σαπίζει, αλλά δεν σπάει από μόνο του με τέτοια δύναμη. Και σίγουρα δεν παράγει έναν ήχο σαν βαρύ, βραχνό φύσημα. Η αδρεναλίνη κυλούσε στις φλέβες του. Άρπαξε έναν βαρύ σιδερένιο φακό και το πιο παχύ χειμερινό του μπουφάν, ετοιμάζοντας να βγει έξω στην παγωμένη καταιγίδα για να ελέγξει τον αχυρώνα.