Φρόντιζε καθημερινά τον ανάπηρο σύζυγό της – μέχρι που έλεγξε τις κάμερες.

Η Τζούλια είχε σταματήσει να σκέφτεται τη ζωή της σε χρόνια και είχε αρχίσει να τη σκέφτεται σε καθήκοντα. Ξύπνα. Φέρε στον Μάρκους τα φάρμακά του. Μεταφέρετέ τον στην καρέκλα του ντους. Πρωινό που δεν θα του ανέβαζε τον πόνο. Κλειδαριές για τις ρόδες. Πλυντήριο ρούχων. Ασφαλιστικά έντυπα. Ένα γρήγορο σκούπισμα των πάγκων, γιατί η σκόνη έμοιαζε πάντα να κατακάθεται σαν να είχε κακία. Και μετά η δική της δουλειά, που στριμώχτηκε γύρω από τα ραντεβού του σαν να ήταν κάτι το επουσιώδες.

Κάποτε ήταν η γυναίκα του Μάρκους. Τώρα ήταν το σύστημα του Μάρκους. Το ατύχημα είχε συμβεί πριν από τρεις χειμώνες – μαύρος πάγος, ένα σπασμένο κιγκλίδωμα, το τηλεφώνημα που έκανε τα κόκαλά της να γίνουν νερό. Στο νοσοκομείο, του είχε κρατήσει το χέρι και του είχε υποσχεθεί τα πάντα με την ίδια ανάσα: Είμαι εδώ. Δεν θα πάω πουθενά. Το εννοούσε. Ακόμα το εννοούσε.