
Στην αρχή η Τζούλια νόμιζε ότι ήταν ιατρικός εξοπλισμός. Ένα στήριγμα. Ένας ιμάντας. Κάτι που θα έβγαζε νόημα. Ήταν ένας φορτιστής τηλεφώνου. Η γυναίκα ξετύλιξε το καλώδιο με γρήγορες, εξασκημένες κινήσεις και μετά κοίταξε γύρω στο δωμάτιο. Τα μάτια της ακολούθησαν τους τοίχους σαν να χαρτογραφούσε τις πρίζες. Περπάτησε προς τη λάμπα κοντά στον καναπέ και έλεγξε πίσω της.
Τίποτα καλό. Γύρισε προς το ράφι με τα βιβλία, έσκυψε και μετά ισιώθηκε ξανά, ενοχλημένη. Τα δάχτυλα του Μάρκους σφίχτηκαν στα μπράτσα του. Το κεφάλι του την ακολούθησε, σε εγρήγορση με έναν τρόπο που η Τζούλια είχε να δει εδώ και μήνες. Η γυναίκα κινήθηκε προς τη γωνία δίπλα στο έπιπλο της τηλεόρασης, προς το μικρό σύμπλεγμα καλωδίων και το ρούτερ που η Τζούλια είχε κρύψει από τα μάτια της.