Εκείνη έγνεψε. Μαζί, ανέβηκαν την είσοδο του δρόμου. Το σπίτι ήταν ταπεινό αλλά καλοδιατηρημένο, με γλάστρες με λουλούδια να παρατάσσονται στα παράθυρα και ανεμοδαρμούς να χτυπούν κοντά στο φως της βεράντας. Το στομάχι της Μάγια συστρεφόταν με κάθε βήμα. Ο ντετέκτιβ χτύπησε το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε λίγα λεπτά αργότερα.
Ο Έιντεν στεκόταν εκεί -ζωντανός, υγιής και εμφανώς ζαλισμένος. Τα μάτια του πετάχτηκαν από τη Μάγια στον ντετέκτιβ και μετά πάλι πίσω. “Μάγια;” είπε με κομμένη την ανάσα, σχεδόν σαν αντανακλαστικό. Πίσω του, μια μικροκαμωμένη γυναίκα μπήκε στη θέα.