
Ο θείος του Ρίτσαρντ, ο Τζέραλντ, βρισκόταν στο πάτωμα ανάμεσα σε δύο τραπέζια, με τις αισθήσεις του αλλά γκρίζες από στάχτη, με το ένα χέρι πατημένο στο στήθος του. Η μουσική έσβησε. Οι άνθρωποι απομακρύνθηκαν από τα τραπέζια τους. Ο Ρίτσαρντ είχε διασχίσει το δωμάτιο και είχε γονατίσει δίπλα στον γέρο πριν η Έλεν καταλάβει πλήρως τι έβλεπε. Ο Όουεν τσέπωσε αθόρυβα τον φάκελο.
Μετά ο Όουεν βρέθηκε δίπλα στον Ρίτσαρντ. Κινήθηκε γρήγορα, ήρεμα, με την ήρεμη εξουσία κάποιου που ήξερε ακριβώς τι να κάνει. Χαλάρωσε το κολάρο του Τζέραλντ, έλεγξε τους σφυγμούς του με δύο δάχτυλα και του μίλησε με χαμηλή, ομοιόμορφη φωνή. Ο Τζέραλντ απάντησε αποσπασματικά. Ο Όουεν μετέφερε τις πληροφορίες στο τηλεφωνικό κέντρο έκτακτης ανάγκης στο τηλέφωνο του επισκέπτη.