Ο Ντάνιελ επέστρεψε το πρωί, λέγοντας στον εαυτό του ότι ήθελε απλώς να ρίξει άλλη μια ματιά. Λευκά κρίνα κοσμούσαν πλέον τον τάφο της Έμμα. Ήταν φρέσκα, με τα στελέχη τους βρεγμένα, αλλά δεν υπήρχε καμία κάρτα. Δίπλα τους βρισκόταν μια λεία γκρίζα πέτρα. Όταν ο Ντάνιελ την γύρισε, βρήκε μια ημερομηνία γραμμένη με μαύρο μελάνι: την ημέρα που είχε πεθάνει η Έμμα.
Κρυμμένη κάτω από την πέτρα βρισκόταν μια διπλωμένη καρδιά από χαρτί. Η βροχή είχε μαλακώσει τις άκρες της. Ο Ντάνιελ την άνοιξε προσεκτικά, περιμένοντας να δει κάποιο όνομα, αλλά το εσωτερικό της ήταν κενό. «Εσύ τα άφησες αυτά;» ρώτησε τη Σίλβια. Εκείνη κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Το νεκροταφείο διατηρούσε ένα βιβλίο επισκεπτών στην είσοδο, όμως κανένας άγνωστος δεν είχε υπογράψει σε αυτό. «Η πλαϊνή πύλη δεν κλειδώνει», παραδέχτηκε. «Κάποιος θα μπορούσε να μπει πριν ανοίξουμε.»
Ο Ντάνιελ άρχισε να φτάνει νωρίτερα. Την Πέμπτη, ενώ η ομίχλη κάλυπτε τα δέντρα, είδε μια φιγούρα με κουκούλα δίπλα στον τάφο της Έμμα. Ο άγνωστος ήταν ψηλός και αδύνατος, με το κεφάλι του σκυμμένο σαν να της μιλούσε. «Έι!» φώναξε ο Ντάνιελ. Η φιγούρα απομακρύνθηκε — είτε δεν τον άκουσε είτε δεν ήθελε να τον πιάσουν εδώ. Ο Ντάνιελ τον ακολούθησε, αλλά όταν έφτασε στην πλαϊνή πύλη, το μονοπάτι ήταν άδειο. Επιστρέφοντας λαχανιασμένος, βρήκε το γρασίδι πρόσφατα βρεγμένο. Ένα λασπωμένο αποτύπωμα είχε μείνει δίπλα στο όνομα της Έμμα, που ταίριαζε με αυτό που είχε φωτογραφίσει.