Ένας παπαγάλος μακάο επισκέπτεται κάθε μέρα το μπαλκόνι ενός άνδρα — και τότε αυτός βλέπει τι έχει στο πόδι του…

Το μυστήριο έγινε ακόμα πιο πυκνό όταν ο Άρθουρ άρχισε να παρατηρεί λεπτές συμπεριφορικές ιδιαιτερότητες που υποδείκνυαν έναν πολύ συγκεκριμένο προηγούμενο ιδιοκτήτη. Κάθε φορά που το κουδούνι του τοπικού σχολείου χτυπούσε από μακριά στις τρεις, το πουλί γινόταν εξαιρετικά σε εγρήγορση, περπατούσε πάνω-κάτω στο κιγκλίδωμα και κράζοντας προς το δρόμο. Δεν ήταν μια άγρια κραυγή, αλλά μια διαπεραστική, γεμάτη προσδοκία κραυγή, σαν να περίμενε κάποιον να ανέβει τρέχοντας τον λόφο.

Η συμπεριφορά του έγινε ακόμη πιο ανησυχητική όταν, μια μέρα, ο Άρθουρ άπλωσε την εφημερίδα πάνω στο τραπέζι της βεράντας. Το πουλί περπάτησε προς τα εκεί, αγνόησε τα φρούτα του και επικεντρώθηκε σε μια φωτογραφία ενός μικρού αγοριού που είχε δημοσιευτεί σε ένα άρθρο για την τοπική κοινότητα. Με το ράμφος του, χάιδεψε απαλά το πρόσωπο του παιδιού στη φωτογραφία, εκπέμποντας χαμηλά, αγωνιώδη μουρμουρητά που ανησύχησαν βαθιά τον Άρθουρ. «Τι συμβαίνει, φιλαράκο;» ψιθύρισε ο Άρθουρ, παρακολουθώντας τον παπαγάλο να πιέζει το κεφάλι του πάνω στη φωτογραφία, αρνούμενος να φάει εκτός αν η εφημερίδα παρέμενε ανοιχτή.

Δεν ήταν η τυχαία περιέργεια ενός άγριου ζώου· ήταν μια σπαρακτική έκφραση αναγνώρισης και νοσταλγίας. Ο Άρθουρ συνειδητοποίησε ότι ο παπαγάλος δεν έλειπε απλώς το σπίτι του — αναζητούσε απεγνωσμένα ένα παιδί. Η συνειδητοποίηση αυτή προκάλεσε έναν παγερό πόνο στο στήθος του Άρθουρ, κάνοντάς τον να ανυπομονεί να ανακαλύψει ποιος θα μπορούσε να είναι ο μυστηριώδης μικρός που είχε αποτυπωθεί στη μνήμη του πουλιού. Καθοδηγούμενος από μια ξαφνική έκρηξη ελπίδας, ο Άρθουρ αποφάσισε να εντοπίσει τον δημοσιογράφο που είχε γράψει το άρθρο, αποφασισμένος να μάθει αν ο μικρός στη φωτογραφία είχε χάσει κάποιο κατοικίδιο.